Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Η ΒΑΠΤΙΣΗ

Εγγονή: Παππού, παππού θα μου πεις πως πήρες το όνομά σου; Θέλω πολύ να μάθω.
Παππούς: Λοιπόν, παιδί μου, όταν έφθασα στην ηλικία του ενός έτους, η μαμά μου και ο μπαμπάς μου φώναξαν τον κουμπάρο και του ανάθεσαν να βρει όνομα για να με βαπτίσει. Ο κουμπάρος λοιπόν επέστρεψε στο σπίτι του, έβγαλε τα παπούτσια του και κάθισε στον υπολογιστή του για να διαβάσει την αλληλογραφία του. Είδε λοιπόν ένα μήνυμα που του κίνησε το ενδιαφέρον. Το μήνυμα προερχόταν από την πολυεθνική εταιρεία ΕΙΣΑΙ ΘΥΜΑ που ως γνωστόν έχει απλώσει τα πλοκάμια της σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτης μας. Μάλιστα αν θυμάμαι καλά χθες διάβασα ότι σκοπεύει να εξαγοράσει την εταιρεία, ΖΗΤΩ ΠΟΥ ΚΑΗΚΑΜΕ. Εν πάσει περιπτώσει και για να μη ξεφεύγουμε από το θέμα μας οι πελάτες της ΕΙΣΑΙ ΘΥΜΑ πιστεύουν ότι αγοράζοντας τα προϊόντα της απαλλάσονται από τις ευθύνες τους απέναντι στου άλλους πελάτες, τη περιουσία της εταιρείας και της εξέλιξης του πλανήτη. Αν είχαν διαβάσει έστω και λίγο τη μυθολογία μας θα είχαν δει ότι είχαν τελείως λάθος. Γιατί ποιος είναι τελικά άμοιρως των ευθυνών του; Το όνομά μου είχε ήδη μετά από αυτά λάμψει στο μυαλό του κουμπάρου και δεν απέμενε παρά η βάπτισή μου.

Προπαππούς: Μεγάλη μέρα γυναίκα σήμερα. Ο μπέμπης μας θα πάρει όνομα.
Προγιαγιά: Ναι. Ναι. Ο κουμπάρος μας έκανε καλή δουλειά. Βρήκε ένα όνομα ακριβώς όπως του το 'χαμε ζητήσει. Μοναδικό.
Βαπτιστής: ... και το όνομα αυτού "Συνένοχος"

Συνένοχος (παππούς): Περιτό να πω ότι έμειναν κάγκελο οι συγχωριανοί. Αλλά ποιός καίγεται για αυτούς;
Εγγονή: Παππού, εγώ θέλω να ξέρεις δε μου πάει να σε φωνάξω Συνένοχο.
Συνένοχος: Το ίδιο και οι συγχωριανοί μου, καλή μου. Το ίδιο και οι συγχωριανοί μου.

ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ: Η ΑΡΧΗ

Συνένοχος (παππούς): Κάπου κάποτε έναν καιρό και περισσότερες της μιας φοράς υπήρχε ένας χωριατό-κόσμος διαβολικά πλασμένος που ο καθένας έλεγε το κοντό και το μακρύ του. Δεν χρειάζεται να πάμε και πολύ μακριά. Και σήμερα τα ίδια είναι. Επικρατούσε η τζιτζιρο τηγανιστή βία, η ανέμελη φραπεδο-ανοργανωσιά και η γνωστική αμάθεια. Στον κόσμο τούτο εδώ η γλώσσα κόκκαλα δεν είχε, αλλά κόκκαλ τσάκιζε. Όλοι, μα παντός εξαιρουμένου είχαν οργανωθεί σε κοινότητες και έτρεχαν δεξιά αριστερά, πάνω και κάτω, προκειμένου να βρουν ένα σημείο για να παλουκωθούν εκεί μια και καλή. Σκουλήκια όμως είχε ο κώλος τους. Κάθε τόσο εμφανιζόταν και από μία φυσική καταστροφή που ανακάτωνε τα έντερα τους. Κι αν δεν υπήρχε φυσική καταστροφή, τότε κάποιος φτυστός σκουληκάνθρωπος θα εξέπεμπε βία προς ενίσχυση του διαβολικού τόπου μας. Φόνοι, δυστηχήματα, πορνεία, φιλαρέσκεια, ψυχολογική και σαρκική βία, γκρίνια, μιζέρια, κακομοιριά, λατρεία και κόλλημα με το μαύρο χρώμα, νεκρική σαπίλα, η μάρα και το κακό συναπάντημα καθώς και κάθε λογής καρυδιάς καρύδη ήταν καθημερινά φαινόμενα. Η ανακατωσούρα δεν είχε τελειωμό. Τα έντερα παίρναν και δίναν σε ένα άεναο κυνήγι για την κατάκτηση του υπέρτατου εγώ. Οι οργανωμένες κοινότητες ήταν οι μητέρες της απόλυτης γνώσης και ηθικοί αυτουργοί της κατάντιας και μετατροπής του ανθρώπινου όντος από τη μέση και κάτω σε άνθρωπο - και από τη μέση και πάνω σε σκουλήκι. Είναι θέμα χρόνου να γίνουμε ολάκερα σκουλήκια. Όμως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ή έτσι τουλάχιστον πίστευα όσο ήμουν νέος σαν και σένα.